Περιοδικό BHMAgazino, 13 Αυγούστου 2006

Back to Άρθρα

Περιοδικό BHMAgazino, 13 Αυγούστου 2006

Περιοδικό BHMAgazino. (Εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ), Χρήστος Καζόλης.
Επαγγέλματα που χάνονται, Μήπως σας βρίσκεται ένας ντελάλης?
Ηρώ Πογκόη 13 Αυγούστου 2006.

Ξαφνικά ο αλυκές της Λήμνου γέμισαν και πάλι από άνδρες και γυναίκες που μαζεύουν
αλάτι. Στον παλιό σαμόμυλο το άλογο έλαβε θέση για να παράγει με πατροπαράδοτο
τρόπο ταχίνι. Και σε κάποιο σπίτι οι μεταξοσκώληκες άρχισαν να μασουλάνε φύλλα λευκής
μουριάς για να δώσουν ξανά λίγο από το πολύτιμο νήμα τους. ακόμη και ο
καραβομαραγκός, φτιάχνοντας το τελευταίο πλοίο του, άφησε στην άκρη τα πιο εξελιγμένα
εργαλεία του για να χρησιμοποιήσει τα παλιά.

Να νοστάλγησαν οι κάτοικοι αυτού του νησιού του Ανατολικού Αιγαίου τις παραδοσιακές
ασχολίες που κάποτε προσδιόριζαν την οικονομία του νησιού; Ίσως. Η νοσταλγία όμως δεν
θα ήταν από μόνη της αρκετή για να επιστρέψει μια ολόκληρη κοινωνία στην οικονομική
αυτάρκεια μιας άλλης εποχής. Με την αγάπη για την τοπική παράδοση και την ανάγκη για
την διάσωση των τεχνών και των δεξιοτήτων με τις οποίες κάποτε οι άνθρωποι αγωνίζονταν
για την καθημερινή τους επιβίωση, η αναβίωση του παρελθόντος, έστω και για λίγο, γίνεται
εφικτή.

Απόδειξη για τα παραπάνω είναι το λεύκωμα «Ανθρώπων Έργα» του Χρήστου Καζόλη, ο
οποίος κατάφερε να καταγράψει με τον φωτογραφικό του φακό τις παραδοσιακές εργασίες
της Λήμνου. Ακόμη και αν οι περισσότερες από αυτές έχουν πια εκλείψει και σχεδόν
ξεχαστεί. «Ρωτούσε για μαστόρους, υπερήλικοι οι πιο πολλοί, τους έψαχνε σε χωριά, έκανε
την τέχνη τους αντικείμενο της δικιάς του τέχνης. Πολλές φορές λειτουργούσε σαν
σκηνοθέτης “στήνοντας ” μια σκηνή για ένα έργο, που κρατούσε ώρες και μέρες για να
φτιαχτεί» εξηγεί την προσπάθεια του φωτογράφου ο Φώτης Χατζηθεοδωρίδης, που
ανέλαβε με τα κείμενα του – τα οποία έχουν επιπλέον μεταφραστεί και στα αγγλικά από
τον Τάκη Κομνηνέλλη – να διανθίσει το οπτικό υλικό του λευκώματος.

Δεν είναι τυχαίο που αυτή η πρωτότυπη βόλτα στο παρελθόν μέσα από τον σύγχρονο φακό
του Χρήστου Καζόλη διήρκεσε περισσότερα από έξι χρόνια. Άλλωστε δεν ήταν μόνο η
αναζήτηση των κατάλληλων ανθρώπων που με την πείρα και τις αναμνήσεις τους θα
βοηθούσαν στη φωτογράφιση. Προκειμένου να παρουσιαστεί με λεπτομέρεια τα
διαφορετικά στάδια κάθε εργασίας, ο Καζόλης σε πολλές περιπτώσεις «ανέβασε» μια μικρή
υπερπαραγωγή επιστρατεύοντας ένα σαμάρι, ένα ξύλινο βαρέλι, μια χειροποίητη λύρα,
ακόμη και μετάξι. «Βλέπουμε υφαντά και πλεκτά μεταξωτά σε πολλά σπίτια εδώ στη
Λήμνο, δεν είχαμε σκεφτεί πώς αυτά τα έργα τέχνης είχαν δημιουργηθεί» αναφέρει
χαρακτηριστικά ο φωτογράφος. « Ο ίδιος έκοβα τα φύλλα της μουριάς για να εκτραφούν οι
μεταξοσκώληκες στο σπίτι της γειτόνισσας που διέθεσε το σπίτι της για να αναβιώσει η
σηροτροφία». Και χαμογελώντας αποσαφηνίζει ότι η συγκεκριμένη δραστηριότητα
«επέτρεπε παλιά στις γυναίκες να παράγουν μετάξι για να φτιάχνουν εργόχειρα και
προικιά».

Φαίνεται διαδικασία αρκετά δύσκολη για να κατορθώσει να την αναβιώσει κανείς, η
απαθανάτιση όμως της σηροτροφίας αποδείχθηκε στην πράξη ευκολότερο εγχείρημα από ότι κάποια άλλα, όπως η φωτογράφηση στον σαμόμυλο. «Ο συγκεκριμένος μύλος άνηκε
στον παππού του ανθρώπου που δέχτηκε να συνεργαστεί μαζί μου, είχε όμως μετατραπεί
σε αποθήκη και ο ίδιος χρειάστηκε πολλή δουλειά και χρόνο για να κάνει και πάλι τον μύλο
να λειτουργήσει και μάλιστα με το κατάλληλο φόντο που θα παρέπεμπε σε μια εποχή
περασμένων δεκαετιών» περιγράφει ο Χρήστος Καζόλης, εξηγώντας γιατί όλη η διαδικασία
διήρκεσε τρία ολόκληρα χρόνια: πέρα από την προετοιμασία του χώρου έπρεπε να βρεθεί
και το κατάλληλο άλογο που θα συμμετείχε σε αυτή τη γνήσια παραδοσιακή παραγωγή
ταχινιού.

Σε ορισμένες περιπτώσεις ωστόσο η τύχη στάθηκε πιο ευνοϊκή με το φωτογράφο. Όπως με
την αποτύπωση της δημιουργίας ενός χειροποίητου ξύλινου καραβιού. « Δεν χρειάστηκε να
σκηνοθετήσουμε τίποτε, καθώς βρήκα τον καραβομαραγκό όταν έφτιαχνε το τελευταίο του
πλοίο!» θυμάται και συμπληρώνει: « Εγώ το μόνο που του ζήτησα και δέχτηκε ήταν να
χρησιμοποιεί για τις ανάγκες της φωτογράφισης τα πιο παραδοσιακά εργαλεία, εκείνα που
χειριζόταν παλαιότερα».

Μέσα από επιμονή και συνεχή αναζήτηση ο Χρήστος Καζόλης κατάφερε τελικά να
καταγράψει με τον φακό του τα περισσότερα από τα επαγγέλματα και τις δραστηριότητες
των «παλιών». Για ορισμένα ωστόσο, όσο και αν προσπάθησε, η αναπαράσταση ήταν
αδύνατη, διότι δεν βρήκε κανέναν, για παράδειγμα, γανωματά, βυρσοδέψη ή ντελάλη. Σε
κάθε περίπτωση όμως, πρόκειται για μια συλλογή μοναδικών καρτ ποστάλ του ανθρώπινου
μόχθου, όπως ήταν παλιά, και που πια είχαν ξεχαστεί. « Αν ξεκινούσα δέκα χρόνια πριν από
την φωτογράφιση, θα είχα πιθανόν το διπλάσιο λεύκωμα, αλλά και αν άρχιζα σήμερα θα
είχα κάνει τα μισά από τα επαγγέλματα που περιέχονται τώρα στο βιβλίο» λέει
χαρακτηριστικά ο ίδιος, υπενθυμίζοντας τη δύναμη που έχει η εξέλιξη της τεχνολογίας να
εξαφανίζει ολόκληρες δραστηριότητες.

Η αξία πάντως του λευκώματος του Καζόλη δεν περιορίζεται μόνο στα επαγγέλματα που
χάθηκαν. Στην ουσία επεκτείνεται και σε εκείνες τις ασχολίες που μπορεί να είναι πιο
γνωστές, όμως πολλές από τις πτυχές τους παραμένουν, ειδικά για τη νεότερη γενιά,
εντελώς άγνωστες. Άραγε, πόσοι γνωρίζουν ότι ο καφετζής τελούσε συχνά και χρέη κουρέα;
Τέτοιες εικόνες δεν θα μπορούσαν επομένως να λείπουν από αυτή τη πρωτότυπη
φωτογραφική συλλογή, αν και το συγκεκριμένο λεύκωμα φέρνει ακόμη πιο κοντά το
παρελθόν στο παρόν: μέσα από τρία διηγήματα, τα οποία, περιγράφοντας αντίστοιχα
επαγγέλματα ζωής. Ο παλαιολόγος του Κοντιά, η κυρία Ψιπύλη, ο κύριος Μήτσος ο Λέντος
είναι πρόσωπα υπαρκτά. Όταν όμως η πένα του Φώτη Χατζηθεοδωρίδη μπλέκει τις
εμπειρίες τους και με τις μνήμες συγχωριανών τους, που επιπλέον αφηγήθηκαν τις
προσωπικές τους αναμνήσεις, το ταξίδι στο χρόνο κάνει τις συνήθειες των ανθρώπων που
έζησαν σε μια άλλη εποχή ακόμη πιο οικίες.

« Ένιωσα τον αγώνα και τον κόπο αυτών των ανθρώπων και είδα πόσο δύσκολο ήταν τελικά
να ζήσουν εκείνα τα χρόνια και πόσο διαφορετικά ήταν από τα δικά μας» υπερθεματίζει ο
φωτογράφος. Αν και η κυρία Ψυπίλη σε μία από τις τρείς ιστορίες φαίνεται να διαφωνεί:
«Χαρά ήταν όλα, όχι βάσανο. Με τον μόχθο και τους κόπους μας κυλούσε η ζωή, με αυτά
μεγαλώναμε τις φαμελιές μας, άνδρες και γυναίκες. Αγώνας μεγάλος. Εμείς ήμασταν
μανάδες και έφτανε, ξεχνιόνταν οι κόποι με την χαρά των παιδιών. Οι άνδρες κάμανε τον νταή, αλλά τα θηλυκά πάντοτες είχανε το πάνω χέρι, τους αφήναμε να νομίζουν. Πάει
περάσανε αυτά».

Share this post

Back to Άρθρα
EL